γενεά

γενεά, ᾶς, [dialect] Ion. [full] γενεή, ῆς, , [dialect] Ep. dat.
A

γενεῆφι Il.14.112

: ([etym.] γενέσθαι):
I of the persons in a family,
1 race, family,

Πριάμου γ. Il.20.306

, cf. Od.1.222, 16.117;

γενεήν τε τόκον τε Il.15.141

;

ἴδμεν . . γενεήν, ἴδμεν δὲ τοκῆας 20.203

, cf. 214; γενεῇ ὑπέρτερος higher by birth or blood, 11.786 (but younger in Archil. ap. Sch.ad l.); ταύτης εἶναι γ. καὶ αἵματος of this race and blood, Il.6.211;

πατρόθεν ἐκ γενεῆς ὀνομάζειν 10.68

; γενεῇ by birthright, Od.1.387; Αἰτωλὸς γενεήν by descent, Il.23.471;

γενεὴν Διός 21.187

; γενεὴ ἔκ τινος descent from . . , ib.157;

γενεὴν ἀπὸ Θρηίκης Hdt.2.134

; of horses, breed, stock, Il.5.265, 268: pl., χρήματα καὶ γενεάς families, Plu.Tim.34; γενεὰν ποιεῖσθαι to have issue, GDI1798 (Delph.); πατριὰ καὶ γ., = φρατρία καὶ γένος, ib.1152 ([place name] Elis): hence, tribe, nation, Περσῶν γ., Τυρρηνῶν γ., A.Pers. 912 (lyr.), Eleg.2:—rare in Prose, τίς ὢν γενεάν; X.Cyr.1.1.6;

καὶ αὐτὸν καὶ τὰν γ. ἀπολέσθαι SIG306.8

(Tegea, iv B. C.).
2 race, generation,

οἵηπερ φύλλων γ. τοιήδε καὶ ἀνδρῶν Il.6.146

;

δύο γ. μερόπων ἀνθρώπων 1.250

, etc., cf. Hdt.2.142, Th.1.14, Heraclit. ap. Plu.2.415e (but, = μήν, Id. ap. Lyd.Mens.3.14);

ἀστὴν ἐξ ἀστῶν ἀμφοτέρων ἐπὶ τρεῖς γ. γεγενημένην SIG1015.6

(Halic.); age, γ. ἀνθρωπηΐη the historical, opp. to the mythical, age, Hdt.3.122;

ἐπὶ τῆς ἡμετέρας γ. D.H.3.15

.
3 offspring, Il.21.191, Orac. ap. Hdt.6.86, S.Aj.189 (lyr.); of a single person, Τυροῦς γ. (i. e. Pelias) Pi.P.4.136, cf.l.8(7).71.
4 metaph., class, kind,

τὸ σύμμετρον καὶ καλὸν καὶ ὁπόσα τῆς γ. ταύτης ἐστίν Pl.Phlb.66b

;

ταύτης τοι γενεᾶς ὁ νοῦς οὗτος Plot.5.1.7

.
II of Time or Place,
1 birthplace,

γ. ἐπὶ λίμνῃ Γυγαίῃ Il.20.390

, cf. Od.1.407; of an eagle's evrie, 15.175.
2 age, time of life,

γενεῆφι νεώτατος Il.14.112

; γενεῇ πρεσβύτατος, προγενέστερος, ὁπλότερος, 6.24,9.161, Od.19.184.
3 after Hom., time of birth,

ἐκ γενεῆς Hdt.3.33

,4.23;

ἀπὸ γ. X.Cyr.1.2.8

.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • γενεά — γενεά̱ , γενεά race fem nom/voc/acc dual γενεά̱ , γενεά race fem nom/voc sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενεᾷ — γενεά race fem dat sg (attic doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενεά — και γενιά, η (AM γενεά, Α και γενεή, Μ και γενέα) 1. το σύνολο τών μελών ενός γένους ή μιας οικογένειας 2. φυλή, έθνος (ανθρώπων) 3. είδος, ράτσα (ζώων) 4. σύνολο ανθρώπων σε ορισμένη χρονική περίοδο 5. συγγένεια 6. χρονική περίοδος που… …   Dictionary of Greek

  • γενεά — η βλ. γενιά, η …   Νέο ερμηνευτικό λεξικό της νεοελληνικής γλώσσας (Новый толковании словарь современного греческого)

  • γένεα — γένος race neut nom/voc/acc pl (epic ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • Αιμιλία γενεά — (Aemilia gens). Μεγάλος κλάδος πατρικίων της Ρώμης. Σύμφωνα με την παράδοση, πρώτος γενάρχης της ήταν ο Μάμερκος, γιος του Πυθαγόρα …   Dictionary of Greek

  • γενεαλογῇ — γενεᾱλογῇ , γενεαλογέω trace a pedigree pres subj mp 2nd sg γενεᾱλογῇ , γενεαλογέω trace a pedigree pres ind mp 2nd sg γενεᾱλογῇ , γενεαλογέω trace a pedigree pres subj act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενεαλογήσει — γενεᾱλογήσει , γενεαλογέω trace a pedigree aor subj act 3rd sg (epic) γενεᾱλογήσει , γενεαλογέω trace a pedigree fut ind mid 2nd sg γενεᾱλογήσει , γενεαλογέω trace a pedigree fut ind act 3rd sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενεαλογεῖ — γενεᾱλογεῖ , γενεαλογέω trace a pedigree pres ind mp 2nd sg (attic epic doric ionic) γενεᾱλογεῖ , γενεαλογέω trace a pedigree pres ind act 3rd sg (attic epic doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενεαλογηθέντα — γενεᾱλογηθέντα , γενεαλογέω trace a pedigree aor part pass neut nom/voc/acc pl γενεᾱλογηθέντα , γενεαλογέω trace a pedigree aor part pass masc acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • γενεαλογησάντων — γενεᾱλογησάντων , γενεαλογέω trace a pedigree aor part act masc/neut gen pl γενεᾱλογησάντων , γενεαλογέω trace a pedigree aor imperat act 3rd pl …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.